Τα επόμενα επεισόδια της σειράς «Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι» βυθίζονται σε μια όλο και πιο σκοτεινή τροχιά, με την Ευανθία να ξεπερνά όρια που μέχρι τώρα έμοιαζαν αδιανόητα.
Η εχθρότητα που κουβαλά δεν εκφράζεται πια με υπόγειες κινήσεις ή λόγια δηλητηριώδη, αλλά μετατρέπεται σε μια αλυσίδα επιλογών επικίνδυνων και ανεξέλεγκτων, που απειλούν να της κοστίσουν ακριβά. Η άφιξή της στη Ρόδο δεν είναι τυχαία· έρχεται με ξεκάθαρη πρόθεση να βάλει τέλος σε εκκρεμότητες.
Μπαίνοντας στο σπίτι της Ιουλίας και του Φωκά, το ενδιαφέρον της εστιάζει αμέσως στη Μαριέττα, την ψυχοκόρη τους. Στο μυαλό της Ευανθίας, η παρουσία της κοπέλας αποτελεί απειλή που πρέπει να εξαλειφθεί.
Από εκείνη τη στιγμή, η Ευανθία ξεκινά έναν ανελέητο πόλεμο. Δεν διστάζει να αμαυρώσει το όνομα της Μαριέττας, να τη μειώσει δημόσια και να τη στιγματίσει ως κλέφτρα, ενώ φτάνει ακόμη και στο σημείο να συνεργαστεί με τη Λέλα, πιστεύοντας πως έτσι θα πετύχει τον στόχο της. Παρ’ όλα αυτά, κάθε της σχέδιο καταρρέει.
Η Μαριέττα έχει στο πλευρό της τόσο τον Φωκά όσο και την Ιουλία, ενώ οι γύρω τους έχουν πλέον καταλάβει ποια είναι πραγματικά η Ευανθία και δεν πείθονται από τις κατηγορίες της. Η αποτυχία δεν την κάνει να υποχωρήσει· αντίθετα, τροφοδοτεί την οργή της και την ωθεί σε ακόμη πιο ακραίες σκέψεις.
Όταν αντιλαμβάνεται πως οι ίντριγκες δεν αποδίδουν, η Ευανθία επιλέγει έναν δρόμο πολύ πιο σκοτεινό. Ανακαλύπτει τη γριά τσιγγάνα Σμαρώ, γνωστή για τα μάγια και τα βότανά της, και αποφασίζει να τη συναντήσει. «Μου είπαν ότι έχεις βότανα», της λέει, με τη Σμαρώ να την κοιτάζει προσεκτικά και να απαντά: «Πολύ μυστήρια είσαι. Για τι βοτάνι ψάχνεις;». Η Ευανθία δεν αργεί να ξεδιπλώσει την πρόθεσή της: «Ειδικό. Υπάρχει ένας άνθρωπος που θέλω να φύγει». Η μάγισσα συνεχίζει τις ερωτήσεις: «Να φύγει να πάει πού;» και η Ευανθία ξεκαθαρίζει: «Μακριά από τους ανθρώπους μου. Θέλω να πάψει να ενοχλεί τον γιό μου και τη νύφη μου».
Το αντάλλαγμα και ο χρησμός
Η Σμαρώ αντιλαμβάνεται αμέσως τι της ζητά και θέτει τους δικούς της όρους. «Εσύ δεν είσαι από αυτά τα μέρη. Έχεις έρθει από τη θάλασσα. Την αγαπάς τη θάλασσα; Πρώτα θα με πληρώσεις, αλλά δεν θέλω λεφτά. Θέλω τα σκουλαρίκια που φοράς. Είχα κι εγώ ίδια και τα άφησα πίσω. Ακόμα τα σκέφτομαι».
Χωρίς δεύτερη σκέψη, η Ευανθία βγάζει τα σκουλαρίκια της και τα παραδίδει. Η Σμαρώ της ζητά να επιστρέψει σε μία ώρα για να παραλάβει το βοτάνι, όμως πριν φύγει, της δίνει μια προειδοποίηση που ακούγεται σαν κατάρα: «Ο δρόμος που έχεις πάρει δεν σε πάει μακριά. Αν συνεχίσεις, ούτε ο εαυτός σου δεν θα μπορεί να μείνει κοντά σου».
Η Ευανθία, τυφλωμένη από το μίσος της, αγνοεί τον χρησμό. Όμως πολύ σύντομα θα καταλάβει πως τα «μαγιολίκια» δεν χτυπούν πάντα τον στόχο που έχεις στο μυαλό σου. Αντί να πληγώσει εκείνη που θέλει, οι συνέπειες επιστρέφουν με τον πιο σκληρό τρόπο, φέρνοντας τον ίδιο της τον γιο μια ανάσα από τον θάνατο. Η επιλογή της να στραφεί στη μαύρη μαγεία αποδεικνύεται μοιραία, ανοίγοντας έναν κύκλο γεγονότων που δεν μπορεί πια να ελέγξει.