Οι εξελίξεις που ακολουθούν στο «Σπίτι δίπλα στο Ποτάμι» βρίσκουν την Ξένια μπροστά σε μια καθοριστική καμπή. Η επιθυμία της για καταξίωση δυναμώνει, οι ισορροπίες στις σχέσεις της κλονίζονται και η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην επιτυχία και τη μοναξιά αρχίζει να χάνεται.
Η σχέση της με τον Ηλία γίνεται ολοένα και πιο στενή, καθώς εκείνος, χάρη στη θέση και τις γνωριμίες του, της ανοίγει πόρτες στον χώρο του κινηματογράφου και του θεάτρου. Σύντομα, όμως, η επιρροή του ξεπερνά το επαγγελματικό επίπεδο και επεκτείνεται σχεδόν σε κάθε της επιλογή. Η Ξένια παρασύρεται από την αίσθηση δύναμης, πιστεύει πως τίποτα δεν μπορεί να τη σταματήσει και, χωρίς να το συνειδητοποιεί, αποκόβεται από όσα την όριζαν μέχρι τώρα.
Το Σπίτι δίπλα στο Ποτάμι: Ζήτησαν λύτρα και ο χωρισμός ήταν μονόδρομος – Ο Άγγελος αυτοκτονεί
Την αλλαγή αυτή αντιλαμβάνεται πρώτος ο Στάθης, ο οποίος με πιο ψυχρή ματιά διαπιστώνει ότι η Ξένια έχει χάσει το μέτρο. Προειδοποιεί τη Μάρθα πως είτε πρέπει να την κρατήσουν υπό έλεγχο είτε να αποσυρθούν εντελώς και να την αφήσουν να χαράξει μόνη τον δρόμο της. Όταν πληροφορείται ότι κλείνει συμφωνίες χωρίς να λογαριάζει κανέναν, ξεσπά και της δηλώνει πως η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί έτσι. Παράλληλα, η Ξένια απευθύνεται στην Πελαγία ζητώντας της να της ράβει τα ρούχα: «Εσύ θα είσαι η μοδίστρα μου και θα σου φέρω κι άλλες από τον θίασο».
Λίγο αργότερα, όμως, την ενημερώνει πως ο Ηλίας έχει ήδη φροντίσει να την αναλάβει ένας γνωστός μόδιστρος. Η Πελαγία εξοργίζεται και αποχωρεί πληγωμένη, αισθανόμενη πως βγήκε από το κάδρο χωρίς δεύτερη σκέψη.
Η Μάρθα εκρήγνυται
Όλη αυτή τη μεταμόρφωση παρακολουθεί η Μάρθα, η οποία δεν αντέχει άλλο και ξεσπά: «Όλο για τον Ηλία μιλάς. Ζούμε και εμείς μαζί σου, Ξένια. Πόσο καιρό έχουμε να μιλήσουμε; Μόνο στο γύρισμα σε βλέπω. Κάποτε ήμασταν κοντά».
Η Ξένια δείχνει να καταλαβαίνει, όμως τα λόγια της εξοργίζουν ακόμη περισσότερο τη Μάρθα, που πλέον μιλά χωρίς περιστροφές: «Πότε περίμενες να πεις ότι θα βγεις στο θέατρο; Πότε το αποφάσισες; Με τι όρους θα βγεις στην σκηνή; Με τι λεφτά; Εγώ έπρεπε να μιλήσω με τον Κουρτέση, όχι εσύ. Το μόνο που είχες να κάνεις είναι να βγεις στα μαγαζιά να διαλέξεις υφάσματα με την Πελαγία. Τον Ηλία τον αγαπάς; Είσαι ερωτευμένη μαζί του;». Η Ξένια μένει άφωνη, χωρίς απάντηση.
Λίγο αργότερα, γεμάτη ενοχές, η Ξένια συναντά τον Ηλία. Εκείνος της προτείνει ένα ταξίδι και για το ίδιο βράδυ ένα δείπνο με τον Καρτέση. Με τα λόγια της Μάρθας να ηχούν ακόμη στο μυαλό της, η Ξένια του ζητά μια χάρη: να έρθουν μαζί τους και η Μάρθα με τον Στάθη. Ο Ηλίας δυσανασχετεί, αλλά τελικά δέχεται. Το ερώτημα, όμως, παραμένει ανοιχτό: θέλει πραγματικά να κρατήσει τους ανθρώπους της Ξένιας κοντά της ή ετοιμάζει τα επόμενα βήματά του για να την απομονώσει εντελώς;