Στα επόμενα επεισόδια της σειράς «Porto Leone», οι εξελίξεις κόβουν την ανάσα και οδηγούν σε μια από τις πιο σοκαριστικές στιγμές μέχρι σήμερα.
Η Κοραλία φτάνει στο απόλυτο όριο και αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια της, βάζοντας τέλος στον εφιάλτη που ζει η Βίκυ. Η πράξη της δεν είναι αποτέλεσμα στιγμιαίου θυμού, αλλά η κατάληξη μιας μακράς εσωτερικής διαδρομής γεμάτης πόνο, φόβο και απόγνωση.
Η Κοραλία δεν αντέχει άλλο να βλέπει τη φίλη της να λιώνει καθημερινά κάτω από τη βία του Σήφη.
Porto Leone: Μια αγάπη που ξεπέρασε κάθε όριο
Η Κοραλία δεν υπήρξε ποτέ μια συνηθισμένη γυναίκα του Πόρτο Λεόνε. Η σχέση της με τη Βίκυ ξεπερνούσε τα όρια της φιλίας και έφτανε στα άκρα της αυτοθυσίας. Η επιλογή της να ζητήσει δουλειά από τον Ηλία Καπετανάκο ως γυναίκα του δρόμου δεν ήταν ανάγκη, αλλά συνειδητή θυσία για να στηρίξει οικονομικά τη Βίκυ.
Τα χρήματα δεν έσωσαν τη Βίκυ
Παραμερίζοντας κάθε ίχνος αξιοπρέπειας, η Κοραλία δούλεψε στο καμπαρέ, αντέχοντας τα πάντα, μόνο και μόνο για να γεμίζει τις τσέπες της αγαπημένης της φίλης. Όμως, τα χρήματα δεν στάθηκαν ικανά να σταματήσουν τη βία. Κάθε μέρα έβλεπε το πρόσωπο της Βίκυς γεμάτο μώλωπες, ενώ η αγριότητα του Σήφη δεν σταματούσε ούτε μπροστά στα ίδια τους τα παιδιά. Σύμφωνα με το «TiVi Σίριαλ», η αδιαφορία της αστυνομίας και οι τυπικές, άδειες απαντήσεις του Καστίλια ήταν το σημείο χωρίς επιστροφή για την Κοραλία.
Η απόφαση που βάφτηκε με αίμα
Παρά τις προειδοποιήσεις των άλλων κοριτσιών, η Κοραλία είχε ήδη αποφασίσει. Η δικαιοσύνη δεν θα ερχόταν από κανέναν άλλον. Το βράδυ της δολοφονίας, κινήθηκε ψύχραιμα και μεθοδικά, ακολουθώντας τον Σήφη στα σκοτεινά στενά του Πειραιά, σαν σκιά που ζητά λύτρωση.
Οι μαχαιριές που του κατάφερε δεν ήταν απλώς μια εγκληματική πράξη, αλλά το ξέσπασμα ενός πόνου που κουβαλούσε για χρόνια. Χωρίς πανικό, καθάρισε το μαχαίρι και επέστρεψε κοντά στη Βίκυ, γνωρίζοντας πως όλα είχαν τελειώσει. Όταν η αστυνομία εμφανίστηκε, η Κοραλία φόρεσε το τελευταίο της προσωπείο, αυτό της σοκαρισμένης φίλης. Μέσα της όμως ήξερε την αλήθεια: η Βίκυ ήταν πια ελεύθερη, ακόμα κι αν η ίδια είχε μόλις καταδικάσει για πάντα τη δική της ψυχή.