«Μέχρι κεραίας» της Ντέπυς Γκολεμά

Ολη η εβδομάδα κύλησε με τις καταραμένες φωτιές. Ενας κατακόκκινος ουρανός κατάτρωγε τα σωθικά μας με εικόνες που στην αρχή παρακολουθήσαμε από ενημέρωση και ενδιαφέρον και μετά όσοι σιγουρευτήκαμε ότι «μακριά από μας τέτοιο κακό» πάθαμε το «σύνδρομο του Πολέμου του Κόλπου»: Πίτσες, Κόκα-Κόλα και με τις ώρες να βλέπεις τις πύρινες φλόγες να καίνε την Ελλάδα…

 

Φυσικά, η τηλεόραση πρωτοστάτησε.  Πώς να μην ήταν δυνατόν.  Επί ποδός οι πάντες και, όταν αγρίεψαν τα
πράγματα, αναρωτηθήκαμε: Καλά, πού πήγαν οι παρουσιαστές; Δεν διέκοψαν; Αρμενίζουν στο Αιγαίο; Εμείς θα
είχαμε γυρίσει τρέχοντας…

 

Και από εκεί λοιπόν που τους είχαμε αφήσει σε φάση «λοιμωξιολόγου» άπαντες, τους είδαμε να μεταβάλλονται σε πυραγούς. Ωρες αμέτρητες μας εξηγούσαν πώς το καίει το ρετσίνι η φωτιά ή ποια πλευρά του βουνού αρπάζει πιο δύσκολα αν ο άνεμος τύχει και αλλάξει στροφή. Σαν από θαύμα το μοναστήρι γλύτωσε και κάηκαν όλα τα άλλα γύρω-γύρω. Η πίστη του ανθρώπου που, ενώ η φωτιά δεν σταμάτησε στη δική του αυλή και πάει το σπίτι, σταμάτησε στον Αγιο Ταξιάρχη, μεγάλη η χάρη του…

 

Μπήκε στη ζωή μας η λέξη «εκκενώστε». Τα χωριά. Γιατί την ξέραμε για άλλους λόγους. Και έγινε μεγάλη κουβέντα γι’ αυτό, που δεν έχει απαντηθεί επακριβώς από τους ανίκανους να σώσουν ανθρώπους σε 54 στρέμματα και όχι σε 540.000 στην Εύβοια. Ούτε εγώ ξέρω να το πω, που η λέξη «εκκενώστε» με βρήκε 6 χρόνων, όταν κάηκε εντελώς το σπίτι μας. Αλλα χρόνια…

Σήμερα θα πρέπει να εξάρουμε το θάρρος της νέας γενιάς, που σώζει αντί να σωθεί, παραβαίνοντας τους νόμους. Και να θυμηθούμε πως πάντα οι μεγάλοι άνθρωποι δεν φεύγουν από τα σπίτια τους. «Πού να πάω;», έλεγε κλαίγοντας ο γέρος και έκανε και τη ρεπόρτερ να παρατήσει το μικρόφωνο και να βάλει τα κλάματα. Είναι η ώρα που η παραδοχή της απόγνωσης φέρνει το κλάμα…

 

Κάπου διάβασα, λες και δεν φαίνεται, πόσο δύσκολο είναι να είσαι «ανταποκριτής φωτιάς». Γιατί από την αντικειμενική μετάδοση όσο περνούν οι ώρες και γίνονται ημέρες περνάς στην υποκειμενική και σε αυτό που μάθαμε να λέμε ανταγωνισμό των καναλιών που έχουν συνεχή ροή. Ετσι, θα πεις τα «εδώ ήταν ένα δάσος», «εμείς
σας δείχνουμε την πιο ψηλή κορφή που κάηκε» και άλλες τέτοιες χαζομάρες μέσα στην κούραση και την αγωνία…

 

Στο κάτω-κάτω της γραφής, αυτός που περιμένει να πάρει εύσημα, γιατί ο αλλόφρων κόσμος δικαίως βρήκε ένα κανάλι να ξεσπάσει και να πει και δύο κουβέντες παραπάνω, πόσο να το διαφημίσει; Οσο και να το κάνει, το βάρος ότι διαφημίζεις επιτυχία καταστροφής και ολέθρου θα σε ακολουθεί…

 

Πάντως, υπάρχουν συνάδελφοι που έκαναν φοβερή δουλειά και υπάρχουν συνάδελφοι που δεν χρειάζεται να εξηγήσεις τι και πώς. Γιατί πάντα εμείς οι παλιοί, «βελουτέ» συνάδελφοι, που καθόμαστε στον καναπέ, θα ακούμε το κλασικό: «Ελα, μωρέ, η μ…». Πόσα μου δίνεις να αλλάξουμε;

Αλλωστε, για να μην ξεχνιόμαστε, στη χειρότερη περίπτωση είμαστε είτε θλιβεροί ιεραπόστολοι της αλήθειας είτε χαμερπείς ψεύτες, που πατάμε επί πτωμάτων για δημόσιες θέσεις, όπως λέει και ο Ουμπέρτο Εκο…

 

Και κάπως έτσι, τούτη η στήλη, που σήμερα δεν είχε τηλεοπτικά νέα, πριν πάει δύο βδομάδες διακοπές θα
αποχαιρετήσει έναν καλό φίλο και συνάδελφο, που μας άφησε νωρίς. Τον Βασίλη Μπουζιώτη. Στα γενέθλιά του,
10 Αυγούστου, αντί να του πούμε «χρόνια πολλά», του είπαμε «Καλό Παράδεισο». Απίστευτα πράγματα για μας,
τους θλιβερούς ιεραπόστολους.